
•ΜΥΘΟΣ 1: «Η Χώρα ‘Χ’ έχει καλύτερα πανεπιστήμια από τη χώρα ‘Ψ’».
- ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Παντού υπάρχουν δυνατά και αδύναμα πανεπιστήμια. Δεν μπορεί κανείς να πει ότι η Αμερική έχει καλύτερα πανεπιστήμια από την Αγγλία ή η Αγγλία από την Αμερική ή η Αμερική από τη Γερμανία, την Ελλάδα κ.λπ. Κάθε χώρα έχει τα καλά της και τα άσχημά της. Παντού υπάρχουν καλές και κακές σχολές. Άλλες χώρες φημίζονται για την οργάνωσή τους, άλλες για κάποιον κλάδο σπουδών, άλλες για τα συγγράμματά τους, τις έρευνες κ.λπ. Δεν πρέπει να τα ισοπεδώνουμε όλα. Απλά θέλει αναζήτηση σε βάθος και εύρεση της κατάλληλης σχολής ΓΙΑ ΕΣΑΣ.
• ΜΥΘΟΣ 2: «Οι σπουδές στο εξωτερικό είναι πιο ακριβές από τις σπουδές στην Ελλάδα».
- ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Οι σπουδές στην Ελλάδα – τώρα πια – έχουν ακριβύνει τόσο που πλησιάζουν τα επίπεδα του κόστους σπουδών του εξωτερικού. Για παράδειγμα, σύμφωνα με έρευνα του Χρήστου Κάτσικα που δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ τη Δευτέρα 22 Αυγούστου 2005, το ετήσιο κόστος μιας οικογένειας που σπουδάζει ένα παιδί στην Ελλάδα ανέρχεται στα 8,000 ευρώ. Έτσι, το συνολικό κόστος των σπουδών για τον μετανάστη φοιτητή με μέση διάρκεια 4 – 5 χρόνια, ανέρχεται σε περίπου 33,000 – 40,000 ευρώ. Η πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα υπολογίζει ενοίκιο, κοινόχρηστα, σίτιση, μετακινήσεις, γραφική ύλη, βιβλία, ίντερνετ, προσωπικά έξοδα και διασκέδαση σε περίπου 830 ευρώ το μήνα. Ίσως το ποσό να είναι κατά την προσωπική μου άποψη συντηρητικό. Ένα τριετές πρόγραμμα στη Μεγάλη Βρετανία δεν θα ξεπερνούσε τα ίδια χρήματα συνολικά και μάλιστα με μία μεγαλύτερη σιγουριά επιτυχίας, αφού το σύστημα και τα κόστη δεν επιτρέπουν ‘αιώνιους φοιτητές’ και παύσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ίδια έρευνα αναφέρει ότι 2 στους 3 που εισάγονται στα ΤΕΙ δεν τελειώνουν ποτέ τις σπουδές τους, ενώ 40% των εισακτέων των ΑΕΙ καθυστερούν πολύ να πάρουν πτυχίο (Τα Νέα, Δευτέρα 22 Αυγούστου, 2005, άρθρο Χ. Κάτσικα, «1 στους 5 πετυχαίνει στη σχολή που θέλει», σελ. 46 – 47).
• ΜΥΘΟΣ 3: «Η κατάταξη του πανεπιστημίου δείχνει το επίπεδο όλων των σχολών του».
- ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Οι κατατάξεις των πανεπιστημίων – που εξαρτώνται από τη μεθοδολογία τους - δεν δείχνουν το επίπεδο όλων των σχολών τους. Όμως, σημειώνεται ότι η επιλογή σχολής και πανεπιστημίου (συνολικά) είναι καλύτερη από την επιλογή «πανεπιστημίου» ή «σχολής» μόνο. Οι λίστες μπορεί να είναι και «εμπορικά» εργαλεία προώθησης, αλλά αν το όνομα μιας σχολής / τμήματος / προγράμματος υπάρχει σε όλες τις γνωστές κατατάξεις, τότε σίγουρα αξίζει τον κόπο να μάθουμε περισσότερα για αυτό. Από την έρευνά μας για στατιστικά στοιχεία προπτυχιακών σπουδών πολύ χρήσιμη είναι η UCAS και για λίστες πανεπιστημίων (προπτυχιακό) είναι το «TIMES Good University Guide», το οποίο και ανανεώνει την έρευνά του κάθε χρονιά. Για ανάλογα θέματα της Αμερικής πολύ καλές αναλύσεις έχουν πραγματοποιήσει η US News και η Peterson`s. Για τα θέματα και τις κατατάξεις των ΜΒΑ, κορυφαίο θεωρούμε το TOPMBA της QS, τους Financial Times (που χρησιμοποιείται στην έκδοση που κρατάτε στα χέρια σας) και το Economist Intelligence Unit. Για προγράμματα μεταπτυχιακών, όπως είδαμε στην ερώτηση σχετικά με τις λίστες (rankings) αλλά και τα πορίσματα από την έρευνα, η αγορά εργασίας γνωρίζει αρκετά καλά την κατάσταση των πανεπιστημίων. Κάθε χρονιά οι επιχειρήσεις βομβαρδίζονται από αιτήσεις για εργασία και μέσα από την έρευνά τους αλλά και την εμπειρία τους πια ξέρουν πολύ καλά σε τι κατάσταση βρίσκονται τα πανεπιστήμια και κολέγια.
• ΜΥΘΟΣ 4: «Θα κάνω Μάστερ και θα βρω σίγουρα δουλειά».
- ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Υπάρχει κορεσμός στους κατόχους μεταπτυχιακών τίτλων. Είναι πια γνωστό ότι ένα Μάστερ δεν σου εξασφαλίζει σίγουρη εργασία. Ο πήχης έχει ανέβει πολύ ψηλά και δεν θα ήταν παράλογο να έλεγε κανείς ότι τη θέση ενός προπτυχιακού έχει πάρει ένα μεταπτυχιακό, που και αυτό σου δίνει απλά τα minimum των προσόντων. Ίσως μία πιο σίγουρη λύση για να αποκτήσει κάποιος το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα θα ήταν μία επαγγελματική πιστοποίηση αφού εγγυάται προϋπηρεσία του υποψηφίου, πρακτικές εξετάσεις συνδεδεμένες με την αγορά εργασίας και παγκόσμιες γνώσεις. Δεν πρέπει βέβαια να τα ισοπεδώνουμε όλα, αφού σίγουρα κάποια προγράμματα σε κορυφαίες σχολές, δίπλα σε ακαδημαϊκό προσωπικό που έχει ερευνήσει έναν κλάδο εξονυχιστικά και έχει γράψει συγγράμματα - σταθμούς στο χώρο να είναι μία πραγματικά τέλεια επιλογή. Αν έπρεπε να επιλέξει κάποιος κλάδο σπουδών για μεταπτυχιακό καλό θα ήταν, σύμφωνα πάντα με τα πορίσματα από την έρευνα, να παρακολουθήσει ένα πρόγραμμα σπουδών που να περιέχει θέματα Διοίκησης (management / business administration) αφού κάποια στιγμή στη ζωή μας διοικούμε μία ομάδα, ένα τμήμα ή στήνουμε μία επιχείρηση, μία δουλειά κ.λπ. Θα ήταν λοιπόν αρκετά χρήσιμο.
• ΜΥΘΟΣ 5: «Αν σπουδάσω θα είμαι έτοιμος για δουλειά με τις γνώσεις του πτυχίου».
- ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Κανείς δεν πηγαίνει «έτοιμος» σε μία δουλειά. Κανένας απόφοιτος πανεπιστημίου δεν ήταν έτοιμος να αναλάβει καθήκοντα σε μια δουλειά με τις θεωρητικές γνώσεις ενός πανεπιστημίου. Χρειάζεται εκπαίδευση στις συγκεκριμένες τακτικές και ανάγκες της εργασίας. Άρα, δεν πρέπει να αγχώνεται κανείς για το αν θα το καταφέρει. Καθώς στο μέλλον προβλέπεται ότι κάθε άνθρωπος θα αλλάζει πέντε-επτά ειδικότητες (επαγγέλματα ή πλαίσια απασχόλησης), η ασφάλεια συνδέεται με την απασχολησιμότητα, δηλαδή την απόκτηση δεξιοτήτων που μπορούν να επενδυθούν σε νέες ευκαιρίες απασχόλησης όταν αυτές εμφανιστούν. Όπως αναφέρει πολύ εύστοχα η καθηγήτρια του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Ε. Καρασσαβίδου: «Η εργασιακή ασφάλεια (job security) δεν συνδέεται με την απασχόληση και με την έννοια αυτή η ασφάλεια δεν πρέπει να αναζητείται στο χώρο εργασίας, αλλά το άτομο αναλαμβάνει την ευθύνη αναζήτησης αυτής της αξίας (ασφάλεια εργασίας), στη σύγχρονη κάτω από συνθήκες κινδύνου αγορά εργασίας (risky labour market)». Αν ρωτήσετε οποιοδήποτε στέλεχος εταιρίας, θα σας πει ότι σιγά σιγά αποκτάται η γνώση της θέσης, της συγκεκριμένης αγοράς και οι τεχνικές που απαιτούνται. Παρόλο που οι εργοδότες αναλαμβάνουν την επιμόρφωση των εργαζομένων σε νέες δεξιότητες, σημαντική ευθύνη για την απόκτηση νέων γνώσεων, δεξιοτήτων και εξέλιξής τους εναπόκειται και στον εργαζόμενο. Δεν πρέπει ποτέ να σταματούμε να αποκτούμε «γνώσεις». «Γνώση» σημαίνει και «ασφάλεια» στο χώρο εργασίας.
• ΜΥΘΟΣ 6: «Ένα πρώτο πτυχίο και ένα Μάστερ θα με καλύψουν εκπαιδευτικά για πάντα».
- ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Μαθαίνουμε συνεχώς. Πρέπει όλοι να καταλάβουμε ότι τα πράγματα γύρω μας αλλάζουν τόσο γρήγορα (επιχειρήσεις, προϊόντα, τεχνολογία κ.λπ.) που δεν είναι δυνατόν να μείνουμε με τις γνώσεις του πανεπιστημίου. Μαθαίνουμε διά βίου και αυτό δεν είναι κακό! Οι ραγδαίες και ριζικές αλλαγές που σημειώνονται στην Ευρώπη κυρίως από τη δεκαετία του `80 στην αγορά εργασίας, και εξακολουθούν να αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας του 21ου αιώνα, προκαλούν κυριολεκτικά «σεισμό» στην έννοια και στο περιεχόμενο της καριέρας γενικά και των αποφοίτων του πανεπιστημίου ειδικότερα (careerquake), στο χώρο της εργασίας αλλά και στη φύση της εργασίας per se («τέλος της εργασίας», «η αθόρυβη επανάσταση»). Επίσης, οι απόφοιτοι πανεπιστημίων για να ενταχθούν στην αγορά εργασίας ή να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας τους είναι απαραίτητο πέρα από τα τυπικά τους προσόντα (πτυχίο) να έχουν επιπλέον γνώσεις, δεξιότητες, ικανότητες, στάσεις, συμπεριφορές και νέα κουλτούρα (δηλαδή ποιοτικά προσόντα). Χρειάζεται επίσης να είναι ευέλικτοι απέναντι στη μορφή απασχόλησής τους (νέες ευέλικτες μορφές απασχόλησης), στην αλλαγή εργοδότη και τόπου εργασίας (labor mobility, employability). Χρειάζεται ακόμη να ξεπεράσουν τις παραδοσιακές, στατικού χαρακτήρα, διακρίσεις επαγγελμάτων και να μπουν σε μία συνεχή διαδικασία μάθησης, ώστε να ανταποκρίνονται στις νέες κάθε φορά απαιτήσεις που διαμορφώνονται στη ζήτηση της αγοράς εργασίας. Αρκεί εδώ να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP), τα προσόντα που απαιτούνται από τους εργαζομένους σε οποιοδήποτε τομέα είναι ξεπερασμένα σε λιγότερο από δέκα χρόνια (Ελεονόρα Καρασαββίδου, 2004)
• ΜΥΘΟΣ 7: «Αν σπουδάσω έναν κλάδο στο πρώτο πτυχίο, τότε πρέπει για πάντα να ασχοληθώ με αυτό το αντικείμενο»
- ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Το πρώτο πτυχίο δεν περιορίζει απαραίτητα το σπουδαστή. Το δείγμα που εξετάστηκε στο βιβλίο πιστεύει ότι το πρώτο πτυχίο δεν περιορίζει τους αποφοίτους στα εργασιακά θέματα, ενώ το δεύτερο πτυχίο περιορίζει περισσότερο. Σύμφωνα με το δείγμα, θεωρείται προτιμότερο να ωριμάσει κάποιος σε κάποια εργασία έτσι ώστε να δει και από την πρακτική πλευρά τι ταιριάζει περισσότερο στο χαρακτήρα και στην ιδιοσυγκρασία του και μετά να αποφασίσει. Δυστυχώς, όμως, η ελληνική οικογένεια πολλές φορές (όπως αναφέρθηκε από το δείγμα) πιέζει τα παιδιά να τελειώσουν με τις σπουδές τους γρήγορα (για να τελειώνουν π.χ. οι άρρενες με το Στρατό και οι γυναίκες για να παντρευτούν) και να μπουν στην αγορά εργασίας. Πρέπει να καταλάβουν οι γονείς ότι δεν είναι κακό να αργήσει η ειδίκευση λίγο, όπως δεν είναι κακό η αλλαγή της δουλειάς. Η πρώτη δουλειά δεν είναι και η τελευταία μας. Η τάση αυτή σίγουρα δεν αφορά όλους τους κλάδους σπουδών, αλλά περισσότερο τους κλάδους οικονομίας και διοίκησης.
• ΜΥΘΟΣ 8: «Μόνο αν σπουδάσω σε κορυφαίο πανεπιστήμιο θα βρω δουλειά και θα έχω γρήγορη ανέλιξη».
- ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Τα κορυφαία πανεπιστήμια δεν σημαίνουν απαραίτητα και εργασία. Σίγουρα βοηθούν όμως, ιδίως στην αρχή της σταδιοδρομίας. Μην ξεχνάμε ότι πολλοί από τους πιο πετυχημένους ανθρώπους παγκοσμίως δεν έχουν σπουδάσει στα «κορυφαία» ιδρύματα του κόσμου, όπως και πολλά κορυφαία στελέχη στην Ελλάδα. Μετά από κάποια χρόνια προϋπηρεσίας -μην το ξεχνάμε- η εμπειρία και οι δεξιότητες παίζουν ουσιαστικό ρόλο.
• ΜΥΘΟΣ 9: «Οι καθηγητές έχουν υποχρέωση να μου δώσουν συστατική επιστολή».
- ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Κανένας καθηγητής δεν έχει υποχρέωση να δώσει συστατική. Ουσιαστικά οι καθηγητές μας βοηθούν στα επόμενα βήματά μας γι` αυτό καλό είναι να σεβόμαστε τους καθηγητές και να προσέχουμε τι λέμε και τι κάνουμε γιατί ποτέ δεν ξέρεις... μπορεί να τους χρειαστούμε!
• ΜΥΘΟΣ 10: «Αν δεν μου αρέσει το πανεπιστήμιο, μπορώ να αλλάξω πολύ εύκολα».
- ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Εφόσον κάποιος ξεκινήσει, πολύ δύσκολα αλλάζει χωρίς να «πληρώσει» την αλλαγή (όχι απαραίτητα με χρήματα). Η διαδικασία του transferring (δες γλωσσάριο) είναι ευκολότερη στην Αμερική παρά στην Αγγλία, και μην ξεχνάτε ότι transferring δεν είναι εφικτό από χειρότερη σχολή σε καλύτερη σχολή. Γιατί να αναγνωρίσει ένα καλύτερο πανεπιστήμιο τη δουλειά που έχεις κάνει σε ένα κατώτερο πανεπιστήμιο ως «ισότιμη» με τη δική του και να συνεχίσεις εκεί;
• ΜΥΘΟΣ 11: «Ένα κολέγιο είναι χειρότερο από ένα πανεπιστήμιο».
- ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Στο εξωτερικό η έννοια κολέγιο σε πολλές περιπτώσεις είναι ισότιμη με την έννοια πανεπιστήμιο (π.χ. Kings College London, Trinity κ.λπ.). Αρκεί να καταλάβουμε την ιστορία, φήμη αλλά και την αναγνώριση του κολεγίου από τις αμερικανικές ή βρετανικές αρχές. Δεν πρέπει επίσης να «συγχέουμε» την έννοια «κολέγιο» όπως την ξέρουμε στην Ελλάδα με αυτή που είναι στην Αμερική ή στη Βρετανία. Μην ξεχνάμε ότι με τη λογική αυτή το London School of Economics είναι απλά ένα «σχολείο» ή το MIT (Massachusetts Institute of Technology) είναι απλά ένα τεχνολογικό ίδρυμα!
• ΜΥΘΟΣ 12: « Η διαδικασία της αίτησης είναι εύκολη υπόθεση. Απλά θέλει λίγη ώρα».
- ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Οι αιτήσεις χρειάζονται μεγάλη προσοχή και απαιτούν πολλή ώρα αφού πολλές χρειάζονται κείμενα και εργασίες (π.χ. μεταπτυχιακών Αμερικής). Μην ξεχνάμε ότι πρέπει να περιμένουμε το υλικό της αίτησης ή να το «κατεβάσουμε» από ιστοσελίδα, να βρούμε συστατικές, να τις συμπληρώσουμε, να βγάλουμε τραπεζική επιστολή (αν χρειάζεται), να προετοιμαστούμε για την πιστοποίηση γλώσσας, να ζητήσουμε αναλυτικές βαθμολογίες (αν πρόκειται για μεταπτυχιακό), να γράψουμε εργασίες ή κείμενα, να σιγουρέψουμε την αποστολή των αιτήσεων, να εξετάσουμε το ενδεχόμενο διαμονής σε εστία κ.λπ. κ.λπ. Αν ρωτήσετε άτομα που ασχολήθηκαν με μόνο πέντε-οκτώ αιτήσεις μεταπτυχιακών θα σου απαντήσουν ότι ασχολήθηκαν εβδομάδες ολόκληρες.